Χρηματοδότηση

Συμφωνία-μαμούθ της Uber με Toyota, Denso και Softbank

Επενδύσεις συνολικού ύψους 1 δισ. δολαρίων από κοινοπραξία εταιρειών για τη μονάδα αυτόνομης οδήγησης συγκέντρωσε η Uber Technologies, σε μια κίνηση που αναμένεται να δώσει νέα ώθηση στα φιλόδοξα σχέδια της εταιρείας και μάλιστα λίγο πριν την πολυαναμενόμενη αρχική δημόσια προσφορά της.

Όπως ανακοίνωσε η Uber την Πέμπτη, η SoftBank Group θα επενδύσει 333 εκατ. ευρώ, μέσω το επενδυτικού ταμείου της Vision Fund, ενώ η Toyota Motor και η ιαπωνική εταιρεία εξαρτημάτων αυτοκινήτων Denso θα επενδύσουν συνολικά 667 εκατ. δολάρια.

Σύμφωνα με την εταιρεία, η νέα αυτή επένδυση αποτιμά την Advanced Technologies Group (ATG), που είναι ο βραχίονας της Uber στον τομέα της αυτόνομης οδήγησης, στα 7,25 δισ. δολάρια.

Στο πλαίσιο της επένδυσης, η ATG θα εξελιχθεί σε αυτόνομη νομική οντότητα, αλλά θα παραμένει υπό τον έλεγχο της Uber, ενώ θα ελέγχεται από οκταμελές συμβούλιο, στο οποίο έξι μέλη θα ορίσει η Uber και από ένα η SoftBank και η Toyota. Διευθύνων σύμβουλος της ATG θα οριστεί ο Έρικ Μεϊχόφερ, ο οποίος και τώρα είναι επικεφαλής της μονάδας αυτόνομης οδήγησης.

Η Uber πρόσθεσε, επίσης, ότι η Toyota σκοπεύει να συνεισφέρει επιπλέον ποσό 300 εκατ. ευρώ τα επόμενα τρία χρόνια για να καλύψει μέρος του κόστους ανάπτυξης αυτόνομων εμπορικών οχημάτων.

Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Ντάρα Κοσροβσάχι, δήλωσε ότι η νέα αυτή χρηματοδότηση που εξασφαλίστηκε “θα βοηθήσει την Uber να παραμείνει στην πρώτη γραμμή” της ταχέως μεταβαλλόμενης βιομηχανίας μεταφορών.

Σύμφωνα με το Reuters, η χρηματοδότηση δίνει στην Uber τη δυνατότητα να μεταφέρει ένα μέρος του υψηλού κόστους ανάπτυξης αυτόνομων οχημάτων σε εξωτερικούς επενδυτές και να κατευνάσει εν μέρει τις ανησυχίες της αγοράς σχετικά με τις δαπάνες της στον τομέα αυτό, που έχουν ξεπεράσει το 1,07 δισ. ευρώ από το 2016 που ξεκίνησε το πρόγραμμα.

Υπενθυμίζεται ότι η Uber σχεδιάζει να κάνει το ντεμπούτο της στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης στις αρχές Μαΐου, ενώ αναμένει να συγκεντρώσει ποσό 10 δισ. δολαρίων κατά την αρχική δημόσια προσφορά της επιδιώκοντας αποτίμηση της τάξης των 100 δισ. δολαρίων.