Οι επενδυτικές τάσεις στο κλάδο των ακινήτων για το 2020

    Από: Δημήτρης Ανδρίτσος

Η απειλή μιας παγκόσμιας ύφεσης, η κλιμάκωση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ και η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το Brexit έχουν αφήσει το «αποτύπωμά» τους στην τελευταία έρευνα με τίτλο «Emerging Trends in Real Estate Europe 2020» που πραγματοποίησε το Urban Land Institute (ULI) και η PwC.

Η έρευνα που καταγράφει τις κορυφαίες επενδυτικές τάσεις στο κλάδο των ακινήτων βασιζόμενη στις απόψεις 905 επαγγελματιών του κλάδου απ’ όλη την Ευρώπη, υπογραμμίζει ότι με βάση τις παραπάνω ανησυχίες τα «ερωτήματα» σχετικά με την οικονομική προοπτική της Ευρώπης για το 2020 παραμένουν παρόλο που η βιομηχανία αποκομίζει οφέλη από την απόφαση των Κεντρικών Τραπεζών να διατηρήσουν χαμηλά ή να μειώσουν περαιτέρω τα βασικά τους επιτόκια.

Σύμφωνα με τους παράγοντες της αγοράς ακινήτων, ένα ακόμη «αγκάθι» που έρχεται να προστεθεί στους παραπάνω κινδύνους για το 2020 είναι η άνοδος του εργατικού κόστους και του κόστους υλικών που συνδέεται με το κόστος κατασκευών.

Ο πολιτικός κίνδυνος αποτελεί συχνή ανησυχία για τους ερωτηθέντες στην έρευνα αλλά και τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και κυβερνητικά θέματα (ESG) βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα του real estate τους τελευταίους 12 μήνες. Σε σχέση με τα παραπάνω, το Παρίσι κατατάσσεται στην πρώτη θέση για τις συνολικές προοπτικές του κλάδου των ακινήτων για το 2020,  το Βερολίνο βρίσκεται στην δεύτερη θέση και η Φρανκφούρτη στην τρίτη. Το Λονδίνο βρίσκεται στην 4η θέση με το βλέμμα όλων να στρέφεται στο πως θα εξελιχθεί η διαδικασία του Brexit, ενώ την πρώτη «δεκάδα» συμπληρώνουν η Μαδρίτη, το Άμστερνταμ, το Μόναχο, το Αμβούργο η Βαρκελώνη και η Λισσαβώνα.

Σε θετική τροχιά η Ελλάδα

«Αργή» αλλά σταθερή ανάπτυξη στο ελληνικό real estate «βλέπουν» οι ειδικοί του κλάδου κατατάσσοντας την Αθήνα στην 28η θέση της συνολικής κατάταξης για τις προοπτικές του 2020. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται «στην Ελλάδα υπάρχουν κεφάλαια που ενδιαφέρονται για ποιοτικές επενδύσεις αλλά και ευκαιριακά διεθνή κεφάλαια που κυρίως ενδιαφέρονται για γραφεία, λιανική και κλάδο φιλοξενίας αλλά κοιτούν και χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων».

Παράλληλα, αναφέρει η έκθεση, ότι οι ντόπιοι επενδυτές ακινήτων υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό την φιλοσοφία της νέας κυβέρνησης η οποία είναι πιο φιλική προς τις επενδύσεις και τις επιχειρήσεις. Παρ’ όλο που υπόσχεται να μειώσει δραστικά τους φόρους και να δώσει περαιτέρω επενδυτικά κίνητρα, τονίζουν οι αναλυτές, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη συμφωνήσει με τους πιστωτές της για μια σειρά μέτρων που θα τονώσουν τις επενδύσεις σε ακίνητα όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ. Ορισμένοι εκ των ερωτηθέντων υπογράμμισαν την σημασία του μεγαλεπίβολου έργου στο Ελληνικό και την σημασία του για τα επόμενα 10 χρόνια καθώς θα «ξεκλειδώσει» περαιτέρω ενδιαφέρον και από άλλους επενδυτές.

Οι καλές προοπτικές των γραφείων

Όπως αναφέρεται στην ανάλυση της ULI, οι επενδυτές βλέπουν καλές προοπτικές στα γραφεία Α κατηγορίας λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας ποιοτικών χώρων καθώς και ότι οι αποδόσεις έχουν συμπιεσθεί στο 7% ενώ εξακολουθούν να είναι τουλάχιστον 125 μονάδες βάσης επάνω από τις τιμές προ κρίσης. Τοπικός επενδυτής σημειώνει στην έρευνα πως «περαιτέρω συμπίεση της απόδοσης αναμένεται στο κέντρο και τα βόρεια προάστια, με τις αποδόσεις να επηρεασθούν λιγότερο σε γραφειακούς χώρους Β και Γ κατηγορίας. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι με βάση τον πίνακα των αναμενόμενων αλλαγών στα ενοίκια και τις κεφαλαιακές αξίες για το 2020 η Αθήνα βρίσκεται στην πρώτη θέση με εκτιμώμενη αύξηση.

Μικτή η εικόνα για τον τουρισμό

Οι μετατροπές ακινήτων σε ξενοδοχεία ή διαμερίσματα για βραχυχρόνια ενοικίαση ήταν δημοφιλής στις αρχές της ανάκαμψης, όμως αρκετοί από τους ερωτηθέντες υποστηρίζουν ότι οι αφίξεις των επισκεπτών υποχωρούν (εν μέρει λόγω ανταγωνιστικών προορισμών όπως η Τουρκία που μπήκαν και πάλι στο κάδρο) και πως η αγοράς της Ελλάδας φαίνεται να είναι κορεσμένη. «Οι περισσότερες ζητούμενες τιμές βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα υποθέτοντας πως η ανάπτυξη θα είναι παρόμοια με τα τελευταία δυο χρόνια» αναφέρει ένας από τους ερωτηθέντες στην έρευνα συμπληρώνοντας ότι «οι διεθνείς τράπεζες δεν έχουν ανοίξει ακόμη την κάνουλα του δανεισμού και το χρέος είναι πιο ακριβό απ’ ότι σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες».

Τέλος, η έρευνα αναφέρει ότι η διαθεσιμότητα του χρέους αναμένεται να βελτιωθεί το επόμενο έτος καθώς οι τέσσερις συστημικές τράπεζες βρίσκονται σε φρενίτιδα πώλησης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) μέχρι τα τέλη του 2020.

Άρθρο από: Δημήτρης Ανδρίτσος

Διευθύνων Σύμβουλος Cerved Property Services